Resident Evil Requiem
Με δύο πρωταγωνιστές και δύο εναλλακτικές προοπτικές, μία τρίτου προσώπου για τις σκηνές δράσης και μία πρώτου προσώπου για να… πετάγεστε ψηλότερα σε κάθε jump scare, το «Requiem» είναι ένα πραγματικό «κόσμημα» για το franchise.
Δύο εξαιρετικά παιχνίδια, με δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στο gameplay και στη δράση, κατορθώνει να αναμείξει σε έναν συναρπαστικό τίτλο η Capcom, στο ένατο –και, ενδεχομένως, πιο σκοτεινό από όλα– μέλος της σειράς «Resident Evil». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή…
Πλοκή με ανατροπές και αποκαλύψεις
Η ιστορία ακολουθεί την αναλύτρια του FBI, Grace Ashcroft, η οποία καλείται να ερευνήσει μια σειρά μυστηριωδών θανάτων επιζώντων της Raccoon City, οι οποίοι φαίνεται να σχετίζονται με μια όψιμη μορφή μόλυνσης από τον περιβόητο T-Virus. Η έρευνά της την οδηγεί στο εγκαταλελειμμένο Wrenwood Hotel, τον τόπο όπου έχασε τη ζωή της η μητέρα της μπροστά στα μάτια της, πριν από αρκετά χρόνια. Εκεί, η Grace έρχεται αντιμέτωπη με σκοτεινά μυστικά του παρελθόντος της και απάγεται από τον Victor Gideon, έναν πρώην επιστήμονα της Umbrella.
Παράλληλα, ο θρυλικός βετεράνος πράκτορας της DSO (Division of Security Operations), Leon S. Kennedy, αναλαμβάνει την αποστολή διάσωσης, αν και ο ίδιος φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποια μυστηριώδη σωματική πάθηση. Το παιχνίδι εναλλάσσει τον έλεγχο μεταξύ των δύο ηρώων σε συγκεκριμένα σημεία της ιστορίας, έτσι ώστε η Grace να προσφέρει μια εμπειρία καθαρού τρόμου επιβίωσης και ευρηματικής stealth προσέγγισης, ενώ ο Leon εστιάζει στην καταιγιστική δράση και την ανελέητη μάχη. Δεν θα προβούμε σε spoiler, καθώς κάθε boss fight και κάθε νέο στοιχείο στο δρόμο των δύο ηρώων για τα ερείπια της Raccoon City αποτελεί ένα αλησμόνητο gaming βίωμα, που καλό είναι να ζήσετε… απροετοίμαστοι. Οι σκοτεινές απαρχές της Umbrella Corporation και οι φιλοδοξίες του ιδρυτή της συνδέουν το παρελθόν της σειράς με το μέλλον, σε μια καλοζυγισμένη ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στον τρόμο και την αδρεναλίνη.
Δύο παιχνίδια σε ένα!
Το gameplay δίνει τέλος στο δίλημμα της κάμερας, καθώς οι περιπέτειες της Grace και του Leon μπορούν να απεικονιστούν σε προοπτική πρώτου ή τρίτου προσώπου. Μπορείτε ανά πάσα στιγμή να αλλάξετε την κάμερα κάθε ήρωα, αν και οι δημιουργοί προτείνουν να κρατήσετε την προοπτική πρώτου προσώπου για την Grace και την κάμερα τρίτου προσώπου για τον Leon. Με τον τρόπο αυτό, θα βιώσετε τον τρόμο μέσα από τα μάτια της ευάλωτης ηρωίδας και θα θαυμάσετε τον «μπαρουτοκαπνισμένο» πράκτορα να κατατροπώνει τα απόκοσμα πλάσματα που τον περικυκλώνουν, από μια σχετική απόσταση για πλήρη εποπτεία της δράσης.
Η Grace μπορεί να μεταφέρει περιορισμένες προμήθειες και συχνά η φυγή είναι προτιμότερη από την αναμέτρηση. Παράλληλα, ένα μίνι σύστημα crafting, επιτρέπει στην πρωταγωνίστρια να κατασκευάσει αντικείμενα και πυρομαχικά. Ο Leon Kennedy, αντίθετα, μπορεί να χειριστεί μια σειρά από αναβαθμίσιμα πυροβόλα όπλα, παρέα με το αλάθητο τσεκούρι του, για μάχες, είτε από απόσταση είτε σώμα με σώμα.
Στο PS5 Pro με αναβαθμισμένο PSSR
Δοκιμάσαμε τον τίτλο στο PlayStation 5 Pro, καθώς αποτελεί το πρώτο game που εκμεταλλεύεται τις πρόσφατα αναβαθμισμένες PSSR δυνατότητες (κατά κόσμον PSSR 2). Το νέο PSSR (PlayStation Spectral Super Resolution) αποτελεί την απάντηση της Sony στις ΑΙ upscaling τεχνολογίες της Nvidia (DLSS) και της AMD (FSR), προσφέροντάς μας, επιτέλους, την ειδοποιό εμπειρία που αρχικά είχε υποσχεθεί η Pro έκδοση του PlayStation 5.
Το μοντέλο αυτό παύει να λειτουργεί ως «φτηνό φίλτρο» που προσπαθεί να κρύψει τις ατέλειες της «τεχνητής» μεγιστοποίησης της ανάλυσης, δίχως να επιβαρυνθεί σημαντικά ο ρυθμός των καρέ ανά δευτερόλεπτο, αλλά σαν μια τεχνική που θυμίζει περισσότερο ένα πανάκριβο gaming PC με GPU που υποστηρίζει εξελιγμένο DLSS. Είναι η πρώτη φορά που νιώθουμε ότι η ισορροπία ανάμεσα σε επιδόσεις FPS και ποιότητα εικόνας δεν απαιτεί επώδυνες επιλογές και αμοιβαίους συμβιβασμούς, αλλά ελίσσεται μαεστρικά ανάμεσα στους δύο αυτούς πυλώνες με στόχο το βέλτιστο αποτέλεσμα. Η… αυτοπεποίθηση με την οποία το PSSR 2 διαχειρίζεται το upscaling είναι υποδειγματική, αναδεικνύοντας το μεγαλείο της ατμόσφαιρας που έπλασαν οι δημιουργοί του «Requiem».










